Η αντιμετώπιση της υπογονιμότητας απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση

Η αντιμετώπιση της υπογονιμότητας απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση
22 Σεπ 2017

Η αντιμετώπιση της υπογονιμότητας έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Ως αποτέλεσμα, ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ζευγαριών αναζητά όλο και πιο συστηματικά τις επιλογές που του είναι διαθέσιμες, προκειμένου να επιτύχει μια εγκυμοσύνη και τη γέννηση ενός υγιούς παιδιού. Ωστόσο, συχνά εκφράζονται προβληματισμοί του τύπου: «χρειάζομαι αυτή την εξειδικευμένη εξέταση;» «θα έχω όφελος αν ακολουθήσω αυτή τη νέα θεραπεία;» και άλλες  παρόμοιες σκέψεις.

Είναι γεγονός, ότι η αναπαραγωγική ιατρική έχει αξιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τα αποτελέσματα κλινικών ερευνών και εφαρμόζει όλο και περισσότερες καινοτομίες   στην καθημερινή κλινική πράξη. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο ότι κάθε νέα ανακάλυψη και κάθε θεραπευτική καινοτομία θα είναι οφέλιμη σε όλα τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπογονιμότητας. Το σημαντικό είναι, για κάθε ζευγάρι που αντιμετωπίζει πρόβλημα γονιμότητας, να γίνουν ενδεδειγμένες διαγνωστικές εξετάσεις και να εφαρμοστούν εξατομικευμένες θεραπείες και μέθοδοι αντιμετώπισης της υπογονιμότητας. Αυτή η προσέγγιση, γνωστή και ως «εξατομικευμένη ιατρική της αναπαραγωγής», παρέχει τα οφέλη της σύγχρονης ιατρικής έρευνας, προσαρμοσμένα σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Έτσι, απομακρυνόμαστε σιγά σιγά από την παλαιότερη προσέγγιση «μια θεραπεία που κάνει για όλους».

Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε πλέον να προσαρμόσουμε τα πρωτόκολλα διέγερσης των ωοθηκών στην εξωσωματική, βασιζόμενοι στην Αντιμυλλέριο Ορμόνη (AMH), ένα δείκτη του ωοθηκικού αποθέματος των γυναικών, που μετράται εύκολα και που βοηθά να αποφασίσουμε το πρωτόκολλο και τη θεραπευτική δόση που θα χρησιμοποιηθεί. Με αυτόν τον τρόπο, τα πρωτόκολλα εξωσωματικής έχουν πλέον προσαρμοστεί στις εξατομικευμένες ανάγκες, οδηγώντας σε υψηλότερα ποσοστά εγκυμοσύνης, διατηρώντας ταυτόχρονα πολύ χαμηλά τα ποσοστά του συνδρόμου υπερδιέγερσης των ωοθηκών.

Ένα άλλο παράδειγμα εξατομικευμένης ιατρικής στην αντιμετώπιση της υπογονιμότητας είναι η εφαρμογή τεχνολογίας time lapse, που επιτρέπει την  καλύτερη παρακολούθηση των εμβρύων, για όσο διάστημα καλλιεργούνται από τους εμβρυολόγους στο εργαστήριο. Οι γυναίκες που θα ωφεληθούν κυρίως από την τεχνολογία time-lapse είναι αυτές με μεγαλύτερη ηλικία και με ιστορικό ανεπιτυχών προσπαθειών εξωσωματική, όπως επίσης, οι περιπτώσεις ζευγαριών με σοβαρή υπογονιμότητα ανδρικού παράγοντα.

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση είναι μια ακόμη, σχετικά πρόσφατη, διαθέσιμη εργαστηριακή τεχνική, που παρέχει σημαντικές διαγνωστικές πληροφορίες, σχετικά με τη χρωμοσωμική δομή των εμβρύων. Αν και δεν εφαρμόζεται συχνά στα νεότερα ζευγάρια, λόγω μικρότερης πιθανότητας χρωμοσωμικών ανωμαλιών, αποτελεί σημαντικό εργαλείο στην θεραπεία γυναικών μεγαλύτερης ηλικίας. Οι γυναίκες αυτές θα ωφεληθούν σημαντικά κάνοντας εμβρυομεταφορά μετά από εξωσωματική, ενός χρωμοσωμικά φυσιολογικού εμβρύου. Έτσι, με τον τρόπο αυτό περιορίζονται οι αποβολές και η ψυχολογική επιβάρυνση που αυτές προκαλούν.

Η υστεροσκόπηση, μαζί με τη βιοψία ενδομητρίου, μπορεί να παρέχει χρήσιμες πληροφορίες, όταν υπάρχουν υποψίες για πολύποδες, ινώματα ή δυσκολία εμφύτευσης, όπως η χρόνια φλεγμονή του ενδομητρίου. Και πάλι, η προσεκτική αξιολόγηση του προηγούμενου ιστορικού και προηγούμενης προσπάθειας εξωσωματικής γονιμοποίησης, θα επιτρέψει τη χρήση των καταλληλότερων επιλογών.

Καθώς οι επιστήμονες στο χώρο της ιατρικής της αναπαραγωγής επιδιώκουν να επιτύχουν όλο και υψηλότερα ποσοστά εγκυμοσύνης, γίνεται όλο και πιο σημαντικό να μπορέσουν να καταφέρουν τον στόχο τους, με τις λιγότερες δυνατές παρεμβάσεις και το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Η «εξατομικευμένη ιατρική της αναπαραγωγής» αποτελεί τη νέα σελίδα στην ιστορία της υποβοήθησης της αναπαραγωγής και είναι σίγουρο πως τα ζευγάρια με προβλήματα γονιμότητας έχουν να ωφεληθούν σημαντικά.

Share

Νίκος Χριστοφορίδης

Γυναικολόγος Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, MD, MRCOG, DFFP
Δείτε Περισσότερα